vapor

[US]/ˈveɪpə/
[UK]/ˈveɪpər/
Frequency: Very High

Translation

n. ένα αέριο υλικό που παράγεται με την εξατμισμό ενός υγρού; ατμοί ή ύπαρξη; νεφών ατμού
vi. να μεταβεί από υγρό σε αέριο; να εξατμιστεί; να υπερηφανεύεται; να αισθάνεται απογοητευμένος
vt. να προκαλέσει τη μεταβολή από υγρό σε αέριο; να κάνει κάτι να εξατμιστεί
Word Forms
Pluralvapors

Phrases & Collocations

water vapor

υδρατμοί

vapor pressure

πίεση ατμών

vapor trail

ατμοκραγμα

vapor barrier

ατμοστεγανό χωριστικό

vapor lock

ατμοκλειδωμα

vapor phase

ατμοφάση

vapor density

πυκνότητα ατμών

vapor recovery

ανάκτηση ατμών

vapor compression

συμπίεση ατμών

vapor diffusion

διασπορά ατμών

Example Sentences

the vapor rose from the hot coffee.

το ατμος ανέβαινε από το ζεστό καφέ.

he could see the vapor escaping from the kettle.

είχε τη δυνατότητα να βλέπει το ατμος να φεύγει από την κατσαρόλα.

the vapor condensed on the cold window.

το ατμος εξειδράνθηκε στο ψυχρό παράθυρο.

vapor can be seen in the air on a cold day.

το ατμος μπορεί να βλέπεται στον αέρα σε ένα ψυχρό μέρα.

they used vapor to cook the vegetables quickly.

χρησιμοποιήθηκε ατμος για να μαγειρέψει τα λαχανικά γρήγορα.

the scientist studied the vapor's properties.

ο επιστήμονας μελέτησε τις ιδιότητες του ατμος.

vapor can create a misty atmosphere.

το ατμος μπορεί να δημιουργήσει ένα νεφώδες ατμοσφαιρικό.

the machine releases vapor during operation.

η μηχανή απελευθερώνει ατμος κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.

he breathed in the warm vapor from the sauna.

αναπνέει το θερμό ατμος από το σαουνά.

the vapor barrier prevents moisture from entering.

το ατμοσφαιρικό περιβλήμα προφυλάσσει από την υγρασία να εισέλθει.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now