volunteered time
προσφερθέντα χρόνος
volunteered services
προσφερθέντα υπηρεσίες
volunteered help
προσφερθέντα βοήθεια
volunteered support
προσφερθέντα υποστήριξη
volunteered efforts
προσφερθέντα προσπάθεια
volunteered skills
προσφερθέντα δεξιότητες
volunteered resources
προσφερθέντα πόροι
volunteered expertise
προσφερθέντα ειδικότητα
volunteered labor
προσφερθέντα εργασία
volunteered projects
προσφερθέντα έργα
she volunteered at the local shelter every weekend.
έκανε παρέμβαση στο τοπικό καταφύγιο κάθε Σαββατοκύριακο.
he volunteered to help organize the community event.
έκανε παρέμβαση για να βοηθήσει στην οργάνωση του επιχειρήματος της κοινότητας.
many students volunteered for the environmental cleanup.
πολλοί φοιτητές έκαναν παρέμβαση για την περιβαλλοντική καθαριστική δράση.
they volunteered their time to teach underprivileged children.
έκαναν παρέμβαση να δώσουν χρόνο για να διδάξουν παιδιά από περισσότερο ευπορούντες οικογένειες.
she volunteered as a mentor for new employees.
έκανε παρέμβαση ως σύμβουλος για νέους εργαζόμενους.
he volunteered to lead the fundraising campaign.
έκανε παρέμβαση για να ηγηθεί της εκστρατείας συγκέντρωσης κεφαλαίων.
they volunteered to assist with the disaster relief efforts.
έκαναν παρέμβαση για να βοηθήσουν στις προσπάθειες ανάκλησης από τραγικά γεγονότα.
she volunteered to coach the youth soccer team.
έκανε παρέμβαση για να είναι προπονητής της ομάδας ποδοσφαίρου νέων.
he volunteered his skills in graphic design for the project.
έκανε παρέμβαση να προσφέρει τις δεξιότητες του στη γραφική σχεδίαση για το έργο.
many people volunteered to support the charity marathon.
πολλοί άνθρωποι έκαναν παρέμβαση για να υποστηρίξουν την αγωνία φιλανθροπίας.
volunteered time
προσφερθέντα χρόνος
volunteered services
προσφερθέντα υπηρεσίες
volunteered help
προσφερθέντα βοήθεια
volunteered support
προσφερθέντα υποστήριξη
volunteered efforts
προσφερθέντα προσπάθεια
volunteered skills
προσφερθέντα δεξιότητες
volunteered resources
προσφερθέντα πόροι
volunteered expertise
προσφερθέντα ειδικότητα
volunteered labor
προσφερθέντα εργασία
volunteered projects
προσφερθέντα έργα
she volunteered at the local shelter every weekend.
έκανε παρέμβαση στο τοπικό καταφύγιο κάθε Σαββατοκύριακο.
he volunteered to help organize the community event.
έκανε παρέμβαση για να βοηθήσει στην οργάνωση του επιχειρήματος της κοινότητας.
many students volunteered for the environmental cleanup.
πολλοί φοιτητές έκαναν παρέμβαση για την περιβαλλοντική καθαριστική δράση.
they volunteered their time to teach underprivileged children.
έκαναν παρέμβαση να δώσουν χρόνο για να διδάξουν παιδιά από περισσότερο ευπορούντες οικογένειες.
she volunteered as a mentor for new employees.
έκανε παρέμβαση ως σύμβουλος για νέους εργαζόμενους.
he volunteered to lead the fundraising campaign.
έκανε παρέμβαση για να ηγηθεί της εκστρατείας συγκέντρωσης κεφαλαίων.
they volunteered to assist with the disaster relief efforts.
έκαναν παρέμβαση για να βοηθήσουν στις προσπάθειες ανάκλησης από τραγικά γεγονότα.
she volunteered to coach the youth soccer team.
έκανε παρέμβαση για να είναι προπονητής της ομάδας ποδοσφαίρου νέων.
he volunteered his skills in graphic design for the project.
έκανε παρέμβαση να προσφέρει τις δεξιότητες του στη γραφική σχεδίαση για το έργο.
many people volunteered to support the charity marathon.
πολλοί άνθρωποι έκαναν παρέμβαση για να υποστηρίξουν την αγωνία φιλανθροπίας.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now