vultures

[US]/ˈvʌltʃəz/
[UK]/ˈvʌltʃərz/
Frequency: Very High

Translation

n. μεγάλα πουλιά που αποσκευάζουν νεκρά ζώα; άνθρωποι που εκμεταλλεύονται άλλους για ιδιωτικό κέρδος; άλλος όρος για τα νυχτερίδες, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της αποσκευάζουσας δραστηριότητας

Phrases & Collocations

vultures circling

κουνουπιάδες περιστρεφόμενες

vultures feeding

κουνουπιάδες τραγουδιστρεφόμενες

vultures gather

κουνουπιάδες συγκεντρώνονται

vultures lurking

κουνουπιάδες παρατηρούν

vultures waiting

κουνουπιάδες περιμένουν

vultures swooping

κουνουπιάδες πτούνται

vultures scavenging

κουνουπιάδες ανακύκλωσης

vultures overhead

κουνουπιάδες πάνω από εμάς

vultures in flight

κουνουπιάδες σε πτήση

Example Sentences

vultures are often seen circling in the sky.

Οι γυπείς συχνά φαίνονται να κυκλοφορούν στον ουρανό.

vultures play a crucial role in the ecosystem.

Οι γυπείς παίζουν ένα κρίσιμο ρόλο στο οικοσύστημα.

many cultures view vultures as symbols of death.

Πολλές πολιτισμοί θεωρούν τους γυπείς ως σύμβολα του θανάτου.

vultures have an excellent sense of smell.

Οι γυπείς έχουν μια εξαιρετική αντίληψη γεύσης.

vultures often feed on carrion.

Οι γυπείς συχνά τρέφονται με νεκρό κρέας.

some species of vultures are endangered.

Κάποιες είδη γυπείων είναι εξαφανισμένα.

vultures can spot a dead animal from miles away.

Οι γυπείς μπορούν να αντιληφθούν ένα νεκρό ζώο από απόσταση μιλιών.

people often mistake vultures for other birds.

Οι άνθρωποι συχνά παρεξηγούν τους γυπείς για άλλα πουλιά.

vultures contribute to the cleanliness of the environment.

Οι γυπείς συμβάλλουν στην καθαριότητα του περιβάλλοντος.

watching vultures in flight can be fascinating.

Να παρακολουθείς γυπείς κατά την πτήση μπορεί να είναι εντυπωσιακό.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now