waggling fingers
ταλαντεύοντα δάχτυλα
waggling tail
ταλαντεύοντα ουρά
waggling head
ταλαντεύοντα κεφάλη
waggling arms
ταλαντεύοντα χέρια
waggling tongue
ταλαντεύοντα γλώσσα
waggling hips
ταλαντεύοντα κοιλιά
waggling eyebrows
ταλαντεύοντα φρύδια
waggling legs
ταλαντεύοντα πόδια
waggling tailbone
ταλαντεύοντα οσφυς
waggling puppet
ταλαντεύοντα κουκλό
the dog was waggling its tail excitedly.
το σκυλί έκανε ταλαντώσεις στην ουρά του έντονα.
she was waggling her finger to get his attention.
εκείνη έκανε ταλαντώσεις στο δάχτυλό της για να τον προσελκύσει.
the children were waggling their arms while dancing.
τα παιδιά έκαναν ταλαντώσεις στα χέρια τους ενώ χορεύονταν.
he kept waggling his eyebrows in a funny way.
εκείνος συνέχιζε να κάνει ταλαντώσεις στις μάσχαλές του με ένα αστείο τρόπο.
the cat was waggling its tail in annoyance.
το γάτο έκανε ταλαντώσεις στην ουρά του από αγανάκτηση.
she was waggling her hips to the music.
εκείνη έκανε ταλαντώσεις στα ρουχάκια της στη μουσική.
the flag was waggling in the wind.
η σημαία έκανε ταλαντώσεις στον αέρα.
he was waggling his head to the beat.
εκείνος έκανε ταλαντώσεις στο κεφάλι του στην ρυθμική.
the puppy was waggling around the yard.
το κουταβάκι έκανε ταλαντώσεις γύρω από το περιβάλλον.
she can't stop waggling her legs when she's nervous.
εκείνη δεν μπορεί να σταματήσει να κάνει ταλαντώσεις στις ποδιές της όταν είναι νευρική.
waggling fingers
ταλαντεύοντα δάχτυλα
waggling tail
ταλαντεύοντα ουρά
waggling head
ταλαντεύοντα κεφάλη
waggling arms
ταλαντεύοντα χέρια
waggling tongue
ταλαντεύοντα γλώσσα
waggling hips
ταλαντεύοντα κοιλιά
waggling eyebrows
ταλαντεύοντα φρύδια
waggling legs
ταλαντεύοντα πόδια
waggling tailbone
ταλαντεύοντα οσφυς
waggling puppet
ταλαντεύοντα κουκλό
the dog was waggling its tail excitedly.
το σκυλί έκανε ταλαντώσεις στην ουρά του έντονα.
she was waggling her finger to get his attention.
εκείνη έκανε ταλαντώσεις στο δάχτυλό της για να τον προσελκύσει.
the children were waggling their arms while dancing.
τα παιδιά έκαναν ταλαντώσεις στα χέρια τους ενώ χορεύονταν.
he kept waggling his eyebrows in a funny way.
εκείνος συνέχιζε να κάνει ταλαντώσεις στις μάσχαλές του με ένα αστείο τρόπο.
the cat was waggling its tail in annoyance.
το γάτο έκανε ταλαντώσεις στην ουρά του από αγανάκτηση.
she was waggling her hips to the music.
εκείνη έκανε ταλαντώσεις στα ρουχάκια της στη μουσική.
the flag was waggling in the wind.
η σημαία έκανε ταλαντώσεις στον αέρα.
he was waggling his head to the beat.
εκείνος έκανε ταλαντώσεις στο κεφάλι του στην ρυθμική.
the puppy was waggling around the yard.
το κουταβάκι έκανε ταλαντώσεις γύρω από το περιβάλλον.
she can't stop waggling her legs when she's nervous.
εκείνη δεν μπορεί να σταματήσει να κάνει ταλαντώσεις στις ποδιές της όταν είναι νευρική.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now