warfares

[US]/[ˈwɔːfə(ː)rz]/
[UK]/[ˈwɔːrfɛrz]/
Frequency: Very High

Translation

n. ένας ταξιδιωτικός πορεύμα ή πλού, ιδιαίτερα αυτό που γίνεται για εξερεύνηση ή εμπειρία. ένα μακρύ και δύσκολο ταξίδι.
v. να ταξιδεύει με θάλασσα. να ταξιδεύει ή να πορεύεται, ιδιαίτερα για μεγάλη απόσταση.

Phrases & Collocations

warfares escalate

Οι πολεμικές επιχειρήσεις επιδιώκουν να επεκταθούν

modern warfares

σύγχρονες πολεμικές επιχειρήσεις

future warfares

μελλοντικές πολεμικές επιχειρήσεις

urban warfares

πολεμικές επιχειρήσεις σε αστικά περιβάλλοντα

engaging warfares

συμμετοχή σε πολεμικές επιχειρήσεις

studying warfares

μελέτη πολεμικών επιχειρήσεων

avoiding warfares

αποφυγή πολεμικών επιχειρήσεων

intense warfares

ίσχυρες πολεμικές επιχειρήσεις

historical warfares

ιστορικές πολεμικές επιχειρήσεις

simulating warfares

συμπεριφορά πολεμικών επιχειρήσεων

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now