waste

[US]/weɪst/
[UK]/west/
Frequency: Very High

Translation

n. η πράξη της χρήσης ή δαπάνης κάτι με αφοσίωση, περιττά ή χωρίς σκοπό, ή κάτι που δεν χρησιμοποιείται ή δεν χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό για τον οποίο είχε σχεδιαστεί
vt. να χρησιμοποιεί ή να δαπανά αφοσιωμένα, περιττά ή χωρίς σκοπό, να καταστρέφει ή να καταστραφεί
adj. χωρίς να είναι χρήσιμο ή επιθυμητό, απορριφθέν ή αφελημένο
Word Forms
Past Tensewasted
Pluralwastes
Third Person Singularwastes
Past Participlewasted
Present Participlewasting

Phrases & Collocations

waste of time

απορρίπτοντας το χρόνο

waste disposal

διαχείριση απορριμμάτων

waste management

διαχείριση απορριμμάτων

waste reduction

μείωση των αποβιοτικών

waste recycling

ανακύκλωση απορριμμάτων

waste collection

συλλογή απορριμμάτων

waste bin

κάδος απορριμμάτων

waste water

απόβλητα νερά

waste production

παραγωγή αποβλήτων

solid waste

στερεία απόβλητα

waste gas

απόβλητο αέριο

a waste of

το απόβλητο του

waste water treatment

επεξεργασία απορριμμένου νερού

waste heat

απόβλητο θερμότητας

industrial waste

βιομηχανικά απόβλητα

waste time

να χρησιμοποιεί χρόνο καταχρεωμένα

waste paper

χαρτί σκουπιδιών

waste treatment

διαχείριση απορριμμάτων

hazardous waste

επικίνδυνα απόβλητα

waste materials

απόβλητα υλικά

waste liquid

αποβλήτου υγρού

organic waste

οργανικά απόβλητα

radioactive waste

ραδιενεργά απόβλητα

waste heat boiler

καπνοσυλλέκτης από απόβλητα θερμότητας

waste land

αποβλητική γη

Example Sentences

a disgraceful waste of money.

μια απορριφτική χρησιμοποίηση χρήματος.

a nuclear waste dump.

ένα απόβλητο πυρηνικών αποβλήτων.

it would be a waste of time.

θα ήταν μια σπατάλη χρόνου.

a patch of waste ground.

ένα τμήμα ανεξέλεγκτου εδάφους.

a willful waste of time.

μια εθελοντική χρησιμοποίηση χρόνου.

a fearful waste of time

ένα φοβερό σπατάλημα χρόνου

to recycle waste paper

να ανακυκλώνεται το χαρτί απόβλητα

wanton waste of money

τραπεζοκόμικη δαπάνη

Waste of food is wicked.

Η χρησιμοποίηση τροφής είναι παράνομη.

a criminal waste of talent.

μια παράνομη χρησιμοποίηση ταλέντου.

It's a sin to waste food.

Είναι αμαρτία να σπαταλάς φαγητό.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now