watches

[US]/wɒʧɪz/
[UK]/wɑʧɪz/

Translation

v. τρίτος πρόσωπος ενικού παρατηρητικής του watch (να κοιτάζει ή να παρατηρεί; να φυλάγει ή να κάνει την παρατήρηση)
n. πληθυντικός του watch (ωρολόγια)

Phrases & Collocations

watches movies

παρακολουθεί ταινίες

watches the game

παρακολουθεί το παιχνίδι

watched tv

παρακολούθησε την τηλεόραση

watches carefully

παρακολουθεί προσεκτικά

watches birds

παρακολουθεί πουλιά

watches the clock

παρακολουθεί το ρολόι

watched him

τον παρακολούθησε

watches her

την παρακολουθεί

watches the sunset

παρακολουθεί την εξαγορά

watches online

παρακολουθεί σε διαδίκτυο

Example Sentences

he watches television every evening after work.

είναι παρακολουθεί την τηλεόραση κάθε βράδυ μετά τη δουλειά.

do you watch sports on the big screen?

παρακολουθείς αθλήματα στην μεγάλη οθόνη;

she watches birds in the garden with binoculars.

παρακολουθεί πουλιά στο κήπο με παρατηρητήριο.

the children watch cartoons on saturday mornings.

τα παιδιά παρακολουθούν κόμικς το πρωί του Σαββάτου.

we watch a movie at the cinema tonight.

παρακολουθούμε μια ταινία στο κινηματογράφο αυτόν τον βράδυ.

he watches the news to stay informed.

παρακολουθεί τις ειδήσεις για να παραμείνει ενημερωμένος.

i watch my little sister play with her toys.

παρακολουθώ την μικρή μου αδελφή να παίζει με τα παιχνίδια της.

they watch the sunset from the beach.

παρακολουθούν την εξαγορά από την παραλία.

the security guard watches the parking lot.

ο ασφαλιστικός φύλακας παρακολουθεί το χώρο στάθμευσης.

she watches carefully for any changes.

παρακολουθεί προσεκτικά για οποιεσδήποτε αλλαγές.

he watches his favorite team play basketball.

παρακολουθεί την αγαπημένη του ομάδα να παίζει καλαθοσφαίριση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now