waviest

[US]/ˈweɪvi/
[UK]/ˈweɪvi/
Frequency: Very High

Translation

adj. έχοντα κυματοειδή μορφή ή χαρακτηριζόμενο από κύματα ή ανωμαλίες
adv. με κυματοειδή τρόπο ή μορφή; κυματοειδώς ή με ανωμαλίες
n. η δράση της δημιουργίας κυμάτων; όμοιο κύματος; η κυματοειδής κίνηση.

Phrases & Collocations

wavy hair

κυματιστά μαλλιά

wavy pattern

κυματιστό μοτίβο

wavy ocean

κυματιστό ωκεανό

Example Sentences

she had long, wavy hair.

είχε μακριά, κυματιστά μαλλιά.

She drew a wavy line under the word.

Έσχε ένα κυματιστό γραμμή κάτω από τη λέξη.

rich black soil; black, wavy hair.

πλούσιο μαύρο έδαφος; μαύρα, κυματιστά μαλλιά.

Wood moved slowly, but not equally, with its mixture of springwood and summerwood, straight and wavy grain, knots, rings and imperfections.

Το ξύλο κινείται αργά, αλλά όχι ίσα, με την ένωση του ξύλου της άνοιξης και του ξύλου του καλοκαιριού, ευθεία και κυματιστή ίνα, κόκκιτες, κύκλοι και ατελειές.

The wavy limestone resulted from periodic washing of the carbonate marl by the salt-nonsaturated deep water during the period of syngenesis.

Η κυματοειδής λασπώδης πετρώμα προέκυψε από περιοδική πλύση του ανθρακικού λασπώδη από το αλατούχο μη κορεσμένο βυθικό νερό κατά την περίοδο της συγενείας.

The wavy distribution curve of precipitation formed on the longitudinal-arranged underlying rangegorge landforms.At leeside of range, dry valley formed due to fohn effect.

Η κυματιστή καμπύλη κατανομής των βροχών σχηματίστηκε στις υποκείμενες μορφές του εδάφους των ράγας-γκοργών με μακρινή διάταξη. Στην πλευρά της πλευράς του ράγας, σχηματίστηκε η ξηρή ποταμική λεκάνη λόγω του φαινομένου fohn.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now