waxed paper
πετσέτα με κατσαρόλι
I washed and waxed the floor.
Πλύσα το πάτωμα και το λειχνώ.
they waxed lyrical about the old days.
έγιναν λυρικοί για τις παλιές ημέρες.
green sentiment has waxed and waned.
Ο πράσινος συναισθηματισμός έχει αυξηθεί και μειωθεί.
We hosed down the car before we waxed it.
Ξύσαμε το αυτοκίνητο πριν το κατασκευάσουμε.
he waxed a series of tracks that emphasized his lead guitar work.
κατέγραψε μια σειρά από ίχνη που επιβεβαιώνουν την εργασία του κιθαρίστα.
The government’s popularity has waxed and waned over the past year.
Η δημοτικότητα της κυβέρνησης έχει αυξηθεί και μειωθεί κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους.
waxed paper
πετσέτα με κατσαρόλι
I washed and waxed the floor.
Πλύσα το πάτωμα και το λειχνώ.
they waxed lyrical about the old days.
έγιναν λυρικοί για τις παλιές ημέρες.
green sentiment has waxed and waned.
Ο πράσινος συναισθηματισμός έχει αυξηθεί και μειωθεί.
We hosed down the car before we waxed it.
Ξύσαμε το αυτοκίνητο πριν το κατασκευάσουμε.
he waxed a series of tracks that emphasized his lead guitar work.
κατέγραψε μια σειρά από ίχνη που επιβεβαιώνουν την εργασία του κιθαρίστα.
The government’s popularity has waxed and waned over the past year.
Η δημοτικότητα της κυβέρνησης έχει αυξηθεί και μειωθεί κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now