well-bred woman
καλογεννημένη γυναίκα
well-bred manner
καλογεννημένος τρόπος
being well-bred
να είναι καλογεννημένος
well-bred family
καλογεννημένη οικογένεια
seemed well-bred
φαινόταν καλογεννημένος
well-bred youth
καλογεννημένος νέος
quite well-bred
πολύ καλογεννημένος
well-bred child
καλογεννημένο παιδί
was well-bred
ήταν καλογεννημένος
well-bred gentleman
καλογεννημένος κύριος
she was a well-bred young woman with impeccable manners.
ήταν μια καλοτρόπη νεαρή γυναίκα με απόλυτη ευποσία.
the well-bred guests mingled at the elegant reception.
οι καλοτρόποι επισκέπτες συναναπαύονταν στην ελεγχόμενη υποδοχή.
he comes from a well-bred family with a long history of philanthropy.
έρχεται από μια καλοτρόπη οικογένεια με μακρά ιστορία φιλανθροπίας.
despite her success, she remained well-bred and humble.
παρά την επιτυχία της, παρέμεινε καλοτρόπη και υποτακτική.
their well-bred children were taught the importance of etiquette.
τα παιδιά τους που εκπαιδεύτηκαν με καλοτροπία διδαχθήκαν την σημασία της ευποσίας.
he displayed a well-bred politeness even when faced with rudeness.
έδειξε καλοτρόπη ευποσία ακόμα και όταν αντιμετωπιζόταν με απροκαλυπτότητα.
the well-bred hostess greeted everyone with a warm smile.
η καλοτρόπη καταστρώτρια χαιρετίζει όλους με ένα θερμό χαμόγελο.
she admired the well-bred composure of the visiting dignitary.
την επαίνεσε την καλοτρόπη αυτοσυγκράτηση του επισκεπτόμενου αξιωματούχου.
a well-bred individual avoids gossip and displays discretion.
ένας καλοτρόπος άνθρωπος αποφεύγει τα ρουμετάκια και δείχνει αυτοσυγκράτηση.
the well-bred couple donated generously to the arts.
ο καλοτρόπος ζευγάρος δωρίζει με γενναιοδωρία στις τέχνες.
he was raised in a well-bred environment emphasizing education.
έχει ανατραφεί σε ένα καλοτρόπο περιβάλλον που επιβαρύνει την εκπαίδευση.
well-bred woman
καλογεννημένη γυναίκα
well-bred manner
καλογεννημένος τρόπος
being well-bred
να είναι καλογεννημένος
well-bred family
καλογεννημένη οικογένεια
seemed well-bred
φαινόταν καλογεννημένος
well-bred youth
καλογεννημένος νέος
quite well-bred
πολύ καλογεννημένος
well-bred child
καλογεννημένο παιδί
was well-bred
ήταν καλογεννημένος
well-bred gentleman
καλογεννημένος κύριος
she was a well-bred young woman with impeccable manners.
ήταν μια καλοτρόπη νεαρή γυναίκα με απόλυτη ευποσία.
the well-bred guests mingled at the elegant reception.
οι καλοτρόποι επισκέπτες συναναπαύονταν στην ελεγχόμενη υποδοχή.
he comes from a well-bred family with a long history of philanthropy.
έρχεται από μια καλοτρόπη οικογένεια με μακρά ιστορία φιλανθροπίας.
despite her success, she remained well-bred and humble.
παρά την επιτυχία της, παρέμεινε καλοτρόπη και υποτακτική.
their well-bred children were taught the importance of etiquette.
τα παιδιά τους που εκπαιδεύτηκαν με καλοτροπία διδαχθήκαν την σημασία της ευποσίας.
he displayed a well-bred politeness even when faced with rudeness.
έδειξε καλοτρόπη ευποσία ακόμα και όταν αντιμετωπιζόταν με απροκαλυπτότητα.
the well-bred hostess greeted everyone with a warm smile.
η καλοτρόπη καταστρώτρια χαιρετίζει όλους με ένα θερμό χαμόγελο.
she admired the well-bred composure of the visiting dignitary.
την επαίνεσε την καλοτρόπη αυτοσυγκράτηση του επισκεπτόμενου αξιωματούχου.
a well-bred individual avoids gossip and displays discretion.
ένας καλοτρόπος άνθρωπος αποφεύγει τα ρουμετάκια και δείχνει αυτοσυγκράτηση.
the well-bred couple donated generously to the arts.
ο καλοτρόπος ζευγάρος δωρίζει με γενναιοδωρία στις τέχνες.
he was raised in a well-bred environment emphasizing education.
έχει ανατραφεί σε ένα καλοτρόπο περιβάλλον που επιβαρύνει την εκπαίδευση.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now