well-ventilated

[US]/[wɛlˈvɛntɪleɪtɪd]/
[UK]/[wɛlˈvɛntɪleɪtɪd]/
Frequency: Very High

Translation

adj. Έχοντα καλή αερισμό; επιτρέποντα στον αέρα να κυκλοφορεί ελεύθερα. Παρέχοντα αρκετό νέο αέρα.

Phrases & Collocations

well-ventilated room

καλά αερισμένο δωμάτιο

well-ventilated space

καλά αερισμένος χώρος

keep well-ventilated

να διατηρείται καλά αερισμένος

well-ventilated kitchen

καλά αερισμένη κουζίνα

being well-ventilated

να είναι καλά αερισμένος

well-ventilated area

καλά αερισμένη περιοχή

ensure well-ventilated

να εξασφαλιστεί ότι είναι καλά αερισμένος

well-ventilated garage

καλά αερισμένος αυτοκινητοχώρος

is well-ventilated

είναι καλά αερισμένος

well-ventilated office

καλά αερισμένο γραφείο

Example Sentences

the restaurant had a well-ventilated dining room, making it comfortable even on a hot day.

Το εστιατόριο είχε ένα καλά αεριζόμενο τραπεζοκάμαρο, κάτι που το καθιστούσε άνετο ακόμα και την ζέστη.

we chose a well-ventilated apartment with large windows overlooking the park.

Επιλέξαμε ένα καλά αεριζόμενο διαμέρισμα με μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν το πάρκο.

it's important to keep the garage well-ventilated to prevent the buildup of fumes.

Είναι σημαντικό να διατηρείται το αυτοκινητόσταση καλά αεριζόμενη για να αποφεύγεται η συσσώρευση ατμών.

the greenhouse was well-ventilated, allowing the plants to thrive in the summer heat.

Η τροφοθηκή ήταν καλά αεριζόμενη, επιτρέποντας στις φυτείες να αναπτύσσονται στη ζέστη του καλοκαιριού.

a well-ventilated workspace is crucial for maintaining employee productivity and health.

Ένας καλά αεριζόμενος χώρος εργασίας είναι κρίσιμος για τη διατήρηση της παραγωγικότητας και της υγείας των εργαζομένων.

the camper van had a well-ventilated roof with a large fan.

Η φορητή πολυτελής καμπάνια είχε ένα καλά αεριζόμενο ταμπλό και ένα μεγάλο ανεμιστήρα.

we installed a new exhaust fan to improve the kitchen's well-ventilated air quality.

Εγκαταστήσαμε έναν νέο ανεμιστήρα αποχέτευσης για να βελτιώσουμε την ποιότητα του αέρα στη κουζίνα.

the storage unit was surprisingly well-ventilated, despite being underground.

Η θήκη αποθήκευσης ήταν εκπληκτικά καλά αεριζόμενη, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν υπό γείο.

the stadium's design included a well-ventilated concourse for spectators.

Ο σχεδιασμός του σταδίου περιελάμβανε ένα καλά αεριζόμενο πεζοδρόμιο για τους θεατές.

the attic was dusty but well-ventilated, preventing mold growth.

Η σούρος ήταν πολύ ξηριά αλλά καλά αεριζόμενη, αποτρέποντας την ανάπτυξη μυκήτων.

the clothing store was well-ventilated, ensuring a comfortable shopping experience.

Το κατάστημα ρούχων ήταν καλά αεριζόμενο, διασφαλίζοντας μια άνετη εμπορική εμπειρία.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now