whimperings

[US]/ˈwɪmpərɪŋ/
[UK]/ˈwɪmpərɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. το παραγωγικό του ρήματος whimper; να κλαίει ή να βογκάρει απαλά; να μιλά με χαμηλή, τρεμουλινό φωνή; να παράγει ένα απαλό, τριστό ήχο

Phrases & Collocations

whimpering child

πασχίζοντα παιδί

whimpering dog

πασχίζοντα σκύλο

whimpering sound

πασχίζοντα θόρυβο

whimpering voice

πασχίζοντα φωνή

whimpering cry

πασχίζοντα κραυγή

whimpering kitten

πασχίζοντα κουνελάκι

whimpering baby

πασχίζοντα βρέφος

soft whimpering

μαλακό πασχίζοντα

whimpering noise

πασχίζοντα θόρυβος

whimpering plea

πασχίζοντα αιτία

Example Sentences

the puppy was whimpering in the corner.

το κουταβι έκανε φωνές στη γωνιά.

she heard a whimpering sound outside her window.

έχρισε μια φωνή φωνής από έξω από το παράθυρό της.

the child was whimpering after falling down.

το παιδί έκανε φωνές μετά από την πτώση του.

he felt a pang of guilt when he heard her whimpering.

αισθάνθηκε ένα συναισθηματικό συντριβή όταν τον έκανε φωνές.

the injured dog was whimpering for help.

το τραυματισμένο σκυλί έκανε φωνές για βοήθεια.

she tried to comfort the whimpering child.

προσπάθησε να ηρεμήσει το φωνάζοντα παιδί.

his whimpering indicated that he was in pain.

το φωνάζον του έδειχνε ότι ήταν σε πόνο.

they found the whimpering kitten under the porch.

βρήκαν το φωνάζον κουνελάκι κάτω από το σκαλοπάτι.

the whimpering noise kept her awake at night.

το φωνάζον ήχος την έκανε να μένει ξύπνια τη νύχτα.

he couldn't ignore the whimpering of the lost puppy.

δεν μπόρεσε να αγνοήσει το φωνάζον του χαμένου κουταβιού.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now