whimpering child
πασχίζοντα παιδί
whimpering dog
πασχίζοντα σκύλο
whimpering sound
πασχίζοντα θόρυβο
whimpering voice
πασχίζοντα φωνή
whimpering cry
πασχίζοντα κραυγή
whimpering kitten
πασχίζοντα κουνελάκι
whimpering baby
πασχίζοντα βρέφος
soft whimpering
μαλακό πασχίζοντα
whimpering noise
πασχίζοντα θόρυβος
whimpering plea
πασχίζοντα αιτία
the puppy was whimpering in the corner.
το κουταβι έκανε φωνές στη γωνιά.
she heard a whimpering sound outside her window.
έχρισε μια φωνή φωνής από έξω από το παράθυρό της.
the child was whimpering after falling down.
το παιδί έκανε φωνές μετά από την πτώση του.
he felt a pang of guilt when he heard her whimpering.
αισθάνθηκε ένα συναισθηματικό συντριβή όταν τον έκανε φωνές.
the injured dog was whimpering for help.
το τραυματισμένο σκυλί έκανε φωνές για βοήθεια.
she tried to comfort the whimpering child.
προσπάθησε να ηρεμήσει το φωνάζοντα παιδί.
his whimpering indicated that he was in pain.
το φωνάζον του έδειχνε ότι ήταν σε πόνο.
they found the whimpering kitten under the porch.
βρήκαν το φωνάζον κουνελάκι κάτω από το σκαλοπάτι.
the whimpering noise kept her awake at night.
το φωνάζον ήχος την έκανε να μένει ξύπνια τη νύχτα.
he couldn't ignore the whimpering of the lost puppy.
δεν μπόρεσε να αγνοήσει το φωνάζον του χαμένου κουταβιού.
whimpering child
πασχίζοντα παιδί
whimpering dog
πασχίζοντα σκύλο
whimpering sound
πασχίζοντα θόρυβο
whimpering voice
πασχίζοντα φωνή
whimpering cry
πασχίζοντα κραυγή
whimpering kitten
πασχίζοντα κουνελάκι
whimpering baby
πασχίζοντα βρέφος
soft whimpering
μαλακό πασχίζοντα
whimpering noise
πασχίζοντα θόρυβος
whimpering plea
πασχίζοντα αιτία
the puppy was whimpering in the corner.
το κουταβι έκανε φωνές στη γωνιά.
she heard a whimpering sound outside her window.
έχρισε μια φωνή φωνής από έξω από το παράθυρό της.
the child was whimpering after falling down.
το παιδί έκανε φωνές μετά από την πτώση του.
he felt a pang of guilt when he heard her whimpering.
αισθάνθηκε ένα συναισθηματικό συντριβή όταν τον έκανε φωνές.
the injured dog was whimpering for help.
το τραυματισμένο σκυλί έκανε φωνές για βοήθεια.
she tried to comfort the whimpering child.
προσπάθησε να ηρεμήσει το φωνάζοντα παιδί.
his whimpering indicated that he was in pain.
το φωνάζον του έδειχνε ότι ήταν σε πόνο.
they found the whimpering kitten under the porch.
βρήκαν το φωνάζον κουνελάκι κάτω από το σκαλοπάτι.
the whimpering noise kept her awake at night.
το φωνάζον ήχος την έκανε να μένει ξύπνια τη νύχτα.
he couldn't ignore the whimpering of the lost puppy.
δεν μπόρεσε να αγνοήσει το φωνάζον του χαμένου κουταβιού.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now