whined about
κόπασε για
whined loudly
κόπασε έντονα
whined softly
κόπασε απαλά
whined incessantly
κόπασε χωρίς παύση
whined constantly
κόπασε συνεχώς
whined petulantly
κόπασε ανησυχητικά
whined for help
κόπασε για βοήθεια
whined in pain
κόπασε από πόνο
whined like
κόπασε όπως
whined to me
κόπασε προς τον εμένα
he whined about the long wait at the airport.
έκανε παρεξήγηση για την μακρά αναμονή στο αεροδρόμιο.
the child whined for more candy after dinner.
το παιδί έκανε παρεξήγηση για περισσότερο καπακάκι μετά το γεύμα.
she whined that her favorite show was canceled.
έκανε παρεξήγηση ότι το αγαπημένο της επεισόδιο έχει ακυρωθεί.
he always whined when he had to do chores.
έκανε πάντα παρεξήγηση όταν έπρεπε να κάνει υποχρεώσεις.
the dog whined when it wanted to go outside.
το σκυλί έκανε παρεξήγηση όταν ήθελε να βγει έξω.
she whined about the homework being too difficult.
έκανε παρεξήγηση για την εργασία να είναι πολύ δύσκολη.
they whined during the long road trip.
έκαναν παρεξήγηση κατά τη διάρκεια της μακράς διαδρομής.
he whined for a new bike for his birthday.
έκανε παρεξήγηση για ένα νέο ποδήλατο για τα γενέθλια του.
she whined that no one listened to her.
έκανε παρεξήγηση ότι κανένας δεν την ακούγεται.
the toddler whined when he didn't get his way.
το μικρό παιδί έκανε παρεξήγηση όταν δεν του έδωσαν ό,τι ήθελε.
whined about
κόπασε για
whined loudly
κόπασε έντονα
whined softly
κόπασε απαλά
whined incessantly
κόπασε χωρίς παύση
whined constantly
κόπασε συνεχώς
whined petulantly
κόπασε ανησυχητικά
whined for help
κόπασε για βοήθεια
whined in pain
κόπασε από πόνο
whined like
κόπασε όπως
whined to me
κόπασε προς τον εμένα
he whined about the long wait at the airport.
έκανε παρεξήγηση για την μακρά αναμονή στο αεροδρόμιο.
the child whined for more candy after dinner.
το παιδί έκανε παρεξήγηση για περισσότερο καπακάκι μετά το γεύμα.
she whined that her favorite show was canceled.
έκανε παρεξήγηση ότι το αγαπημένο της επεισόδιο έχει ακυρωθεί.
he always whined when he had to do chores.
έκανε πάντα παρεξήγηση όταν έπρεπε να κάνει υποχρεώσεις.
the dog whined when it wanted to go outside.
το σκυλί έκανε παρεξήγηση όταν ήθελε να βγει έξω.
she whined about the homework being too difficult.
έκανε παρεξήγηση για την εργασία να είναι πολύ δύσκολη.
they whined during the long road trip.
έκαναν παρεξήγηση κατά τη διάρκεια της μακράς διαδρομής.
he whined for a new bike for his birthday.
έκανε παρεξήγηση για ένα νέο ποδήλατο για τα γενέθλια του.
she whined that no one listened to her.
έκανε παρεξήγηση ότι κανένας δεν την ακούγεται.
the toddler whined when he didn't get his way.
το μικρό παιδί έκανε παρεξήγηση όταν δεν του έδωσαν ό,τι ήθελε.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now