whined

[US]/waɪnd/
[UK]/waɪnd/
Frequency: Very High

Translation

v. να παραγάγει ένα υψηλό, παραπονιστικό ήχο; να παραπονιέται ή να εκφράζει ανικανοποίηση

Phrases & Collocations

whined about

κόπασε για

whined loudly

κόπασε έντονα

whined softly

κόπασε απαλά

whined incessantly

κόπασε χωρίς παύση

whined constantly

κόπασε συνεχώς

whined petulantly

κόπασε ανησυχητικά

whined for help

κόπασε για βοήθεια

whined in pain

κόπασε από πόνο

whined like

κόπασε όπως

whined to me

κόπασε προς τον εμένα

Example Sentences

he whined about the long wait at the airport.

έκανε παρεξήγηση για την μακρά αναμονή στο αεροδρόμιο.

the child whined for more candy after dinner.

το παιδί έκανε παρεξήγηση για περισσότερο καπακάκι μετά το γεύμα.

she whined that her favorite show was canceled.

έκανε παρεξήγηση ότι το αγαπημένο της επεισόδιο έχει ακυρωθεί.

he always whined when he had to do chores.

έκανε πάντα παρεξήγηση όταν έπρεπε να κάνει υποχρεώσεις.

the dog whined when it wanted to go outside.

το σκυλί έκανε παρεξήγηση όταν ήθελε να βγει έξω.

she whined about the homework being too difficult.

έκανε παρεξήγηση για την εργασία να είναι πολύ δύσκολη.

they whined during the long road trip.

έκαναν παρεξήγηση κατά τη διάρκεια της μακράς διαδρομής.

he whined for a new bike for his birthday.

έκανε παρεξήγηση για ένα νέο ποδήλατο για τα γενέθλια του.

she whined that no one listened to her.

έκανε παρεξήγηση ότι κανένας δεν την ακούγεται.

the toddler whined when he didn't get his way.

το μικρό παιδί έκανε παρεξήγηση όταν δεν του έδωσαν ό,τι ήθελε.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now