whiner

[US]/[ˈwaɪnər]/
[UK]/[ˈwaɪnər]/
Frequency: Very High

Translation

v. Να παραπονιέται με παιδικό ή ενοχλητικό τρόπο.
n. Ένας άνθρωπος που παραπονιέται πολύ συχνά. Κάποιος που εκφράζει παραπονιέματα με παιδικό ή ενοχλητικό τρόπο.
Word Forms
Pluralwhiners

Phrases & Collocations

little whiner

μικρό κλαυσματάρα

whiner's complaint

το κλαυσματάρα του κλαυσματάρα

chronic whiner

χρόνιο κλαυσματάρα

being a whiner

να είσαι κλαυσματάρα

stop being a whiner

σταματήστε να είστε κλαυσματάρα

typical whiner

τυπικό κλαυσματάρα

Example Sentences

don't be such a whiner; just deal with it.

Μην είσαι τόσο πασχίστρας· απλώς το αντιμετωπίσε.

he's a constant whiner about his job.

Είναι συνεχώς πασχίστρας για τον εργασιακό του τρόπο ζωής.

stop being a whiner and try to be positive.

Σταματήστε να είστε πασχίστρας και προσπαθήστε να είστε θετικοί.

she's a whiner when she doesn't get her way.

Είναι πασχίστρα όταν δεν πετυχαίνει αυτό που θέλει.

i'm tired of listening to his whiner routine.

Είμαι κόπανο από το να ακούω την πασχίστρια του ρουτίνα του.

the whiner complained about the food being too hot.

Η πασχίστρα παρέτει για το φαγητό που ήταν πολύ ζεστό.

he's just a whiner looking for attention.

Είναι απλώς ένας πασχίστρας που ψάχνει προσοχή.

don't enable the whiner; ignore their complaints.

Μην ενισχύετε τον πασχίστρα· αγνοήστε τις συμφροντιστικές τους αναφορές.

she's known as a whiner around the office.

Είναι γνωστός ως πασχίστρας στο γραφείο.

the whiner's constant complaints annoyed everyone.

Οι συνεχείς συμφροντιστικές του αναφορές έκαναν να θυμώνουν όλους.

he was labeled a whiner by his teammates.

Του δόθηκε η ετικέτα πασχίστρας από τους συμπαίκτες του.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now