whinnied softly
καταπιέστηκε με ήρεμο τρόπο
whinnied loudly
καταπιέστηκε έντονα
whinnied nervously
καταπιέστηκε ανησυχημένα
whinnied happily
καταπιέστηκε χαρούμενα
whinnied gently
καταπιέστηκε ήπια
whinnied excitedly
καταπιέστηκε ενθουσιασμένα
whinnied in surprise
καταπιέστηκε από έκπληξη
whinnied in delight
καταπιέστηκε με χαρά
whinnied in pain
καταπιέστηκε από πόνο
the horse whinnied softly in the morning light.
το άλογο χειροκρατούσε με ήρεμο τρόπο στο πρωινό φως.
as she approached, the pony whinnied with excitement.
όταν πλησίασε, το πρόβατο χειροκρατούσε με ένταση.
the foal whinnied for its mother in the field.
το νεαρό άλογο χειροκρατούσε για τη μητέρα του στο πεδίο.
he heard the horse whinnied from a distance.
το ακούγονταν το άλογο να χειροκρατεί από απόσταση.
the stallion whinnied, signaling his presence.
το γαλόπι χειροκρατούσε, δείχνοντας την παρουσία του.
she whinnied back to the horse playfully.
απάντησε χειροκρατώντας παίκτικα στο άλογο.
the old mare whinnied, calling her friends.
η παλιά άλογο χειροκρατούσε, καλωσπορεύοντας τους φίλους της.
in the stable, the horses whinnied in anticipation of food.
στο στάβλο, τα άλογα χειροκρατούσαν με προσδοκία τροφής.
he smiled as the colt whinnied happily.
χαμογέλασε όταν το νεαρό άλογο χειροκρατούσε χαρούμενα.
the sound of whinnied horses filled the air.
το ήχος των αλόγων που χειροκρατούσαν γέμισε τον αέρα.
whinnied softly
καταπιέστηκε με ήρεμο τρόπο
whinnied loudly
καταπιέστηκε έντονα
whinnied nervously
καταπιέστηκε ανησυχημένα
whinnied happily
καταπιέστηκε χαρούμενα
whinnied gently
καταπιέστηκε ήπια
whinnied excitedly
καταπιέστηκε ενθουσιασμένα
whinnied in surprise
καταπιέστηκε από έκπληξη
whinnied in delight
καταπιέστηκε με χαρά
whinnied in pain
καταπιέστηκε από πόνο
the horse whinnied softly in the morning light.
το άλογο χειροκρατούσε με ήρεμο τρόπο στο πρωινό φως.
as she approached, the pony whinnied with excitement.
όταν πλησίασε, το πρόβατο χειροκρατούσε με ένταση.
the foal whinnied for its mother in the field.
το νεαρό άλογο χειροκρατούσε για τη μητέρα του στο πεδίο.
he heard the horse whinnied from a distance.
το ακούγονταν το άλογο να χειροκρατεί από απόσταση.
the stallion whinnied, signaling his presence.
το γαλόπι χειροκρατούσε, δείχνοντας την παρουσία του.
she whinnied back to the horse playfully.
απάντησε χειροκρατώντας παίκτικα στο άλογο.
the old mare whinnied, calling her friends.
η παλιά άλογο χειροκρατούσε, καλωσπορεύοντας τους φίλους της.
in the stable, the horses whinnied in anticipation of food.
στο στάβλο, τα άλογα χειροκρατούσαν με προσδοκία τροφής.
he smiled as the colt whinnied happily.
χαμογέλασε όταν το νεαρό άλογο χειροκρατούσε χαρούμενα.
the sound of whinnied horses filled the air.
το ήχος των αλόγων που χειροκρατούσαν γέμισε τον αέρα.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now