whisked away
απομακρυνόμενο
whisked up
συγκεντρωμένο
whisked off
απομακρυνόμενο
whisked together
συνδεδεμένο
whisked into
εισαγόμενο
whisked out
απομακρυνόμενο
whisked around
περιστρεφόμενο
whisked apart
χωρισμένο
the chef whisked the eggs until they were fluffy.
Ο σαλιγκαριστής αναμείχε τα αυγά μέχρι να γίνουν αεριωμένα.
she whisked the mixture together quickly.
Εκείνη αναμείχε γρήγορα το μείγμα.
the wind whisked the leaves off the ground.
Ο άνεμος αναμείχε τα φύλλα από το έδαφος.
he whisked away the dust from the table.
Εκείνος απομάκρυνε το σκόνη από το τραπέζι.
the magician whisked the rabbit out of the hat.
Ο μάγος αναμείχε το κουνέλι από το καπέλο.
she whisked her hair back in a ponytail.
Εκείνη αναμείχε τα μαλλιά της πίσω σε μια μπούκα.
the waiter whisked the plates away after dinner.
Ο παραθύρας αναμείχε τα πιάτα μετά το δείπνο.
he whisked through the crowd to get to the front.
Εκείνος αναμείχε μέσα από το πλήθος για να φτάσει στο μπροστινό μέρος.
she whisked up a delicious dessert in no time.
Εκείνη προετοιμάστηκε γρήγορα ένα χορταρικό δεσερτ.
the dog whisked away the toy before anyone could grab it.
Το σκύλος αναμείχε το παιχνίδι πριν από όποιον να το πιάσει.
whisked away
απομακρυνόμενο
whisked up
συγκεντρωμένο
whisked off
απομακρυνόμενο
whisked together
συνδεδεμένο
whisked into
εισαγόμενο
whisked out
απομακρυνόμενο
whisked around
περιστρεφόμενο
whisked apart
χωρισμένο
the chef whisked the eggs until they were fluffy.
Ο σαλιγκαριστής αναμείχε τα αυγά μέχρι να γίνουν αεριωμένα.
she whisked the mixture together quickly.
Εκείνη αναμείχε γρήγορα το μείγμα.
the wind whisked the leaves off the ground.
Ο άνεμος αναμείχε τα φύλλα από το έδαφος.
he whisked away the dust from the table.
Εκείνος απομάκρυνε το σκόνη από το τραπέζι.
the magician whisked the rabbit out of the hat.
Ο μάγος αναμείχε το κουνέλι από το καπέλο.
she whisked her hair back in a ponytail.
Εκείνη αναμείχε τα μαλλιά της πίσω σε μια μπούκα.
the waiter whisked the plates away after dinner.
Ο παραθύρας αναμείχε τα πιάτα μετά το δείπνο.
he whisked through the crowd to get to the front.
Εκείνος αναμείχε μέσα από το πλήθος για να φτάσει στο μπροστινό μέρος.
she whisked up a delicious dessert in no time.
Εκείνη προετοιμάστηκε γρήγορα ένα χορταρικό δεσερτ.
the dog whisked away the toy before anyone could grab it.
Το σκύλος αναμείχε το παιχνίδι πριν από όποιον να το πιάσει.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now