whisked

[US]/wɪskt/
[UK]/wɪskt/
Frequency: Very High

Translation

v. παραταγμένη μορφή και παραταγμένος συντονισμός του whisk; να ανακατεύω (υγρό, αυγά, κλπ.); να αφαιρώ γρήγορα; να στείλω από μακριά γρήγορα.

Phrases & Collocations

whisked away

απομακρυνόμενο

whisked up

συγκεντρωμένο

whisked off

απομακρυνόμενο

whisked together

συνδεδεμένο

whisked into

εισαγόμενο

whisked out

απομακρυνόμενο

whisked around

περιστρεφόμενο

whisked apart

χωρισμένο

Example Sentences

the chef whisked the eggs until they were fluffy.

Ο σαλιγκαριστής αναμείχε τα αυγά μέχρι να γίνουν αεριωμένα.

she whisked the mixture together quickly.

Εκείνη αναμείχε γρήγορα το μείγμα.

the wind whisked the leaves off the ground.

Ο άνεμος αναμείχε τα φύλλα από το έδαφος.

he whisked away the dust from the table.

Εκείνος απομάκρυνε το σκόνη από το τραπέζι.

the magician whisked the rabbit out of the hat.

Ο μάγος αναμείχε το κουνέλι από το καπέλο.

she whisked her hair back in a ponytail.

Εκείνη αναμείχε τα μαλλιά της πίσω σε μια μπούκα.

the waiter whisked the plates away after dinner.

Ο παραθύρας αναμείχε τα πιάτα μετά το δείπνο.

he whisked through the crowd to get to the front.

Εκείνος αναμείχε μέσα από το πλήθος για να φτάσει στο μπροστινό μέρος.

she whisked up a delicious dessert in no time.

Εκείνη προετοιμάστηκε γρήγορα ένα χορταρικό δεσερτ.

the dog whisked away the toy before anyone could grab it.

Το σκύλος αναμείχε το παιχνίδι πριν από όποιον να το πιάσει.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now