whisks

[US]/wɪsks/
[UK]/wɪsks/
Frequency: Very High

Translation

n. όργανα για ανάμειξη ή ανακίνηση
v. να κινείται γρήγορα ή να ανακινείται

Phrases & Collocations

whisks eggs

καταπολεμά αυγά

whisks cream

καταπολεμά γάλα

whisks together

καταπολεμά μαζί

whisks air

καταπολεμά αέρα

whisks batter

καταπολεμά κολλούρι

whisks quickly

καταπολεμά γρήγορα

whisks smoothly

καταπολεμά χωρίς διακοπές

whisks ingredients

καταπολεμά συστατικά

whisks mixture

καταπολεμά μίγμα

whisks fluff

καταπολεμά χαλαρό

Example Sentences

she whisks the eggs until they are fluffy.

αναμιγνύει τα αυγά μέχρι να γίνουν χαλαρά.

he quickly whisks the cream to make it light.

αναμιγνύει γρήγορα το γάλα για να γίνει ελαφρύ.

the chef whisks the sauce to blend the flavors.

ο παγατσάρας αναμιγνύει τη σάλτσα για να συνδυάσει τις γεύσεις.

she uses a whisk to combine the dry ingredients.

χρησιμοποιεί ένα αναμιγνύτη για να συνδυάσει τα ξηρά υλικά.

he whisks together the batter for the pancakes.

αναμιγνύει το αναμιγμένο για τα πανκέικ.

the recipe calls for whisking the mixture until smooth.

η συνταγή απαιτεί να αναμιγνύεται το αναμιγμένο μέχρι να γίνει λείο.

she whisks in the sugar to sweeten the mixture.

αναμιγνύει το ζάχαρη για να γλυκάνει το αναμιγμένο.

he whisks the vinaigrette until it emulsifies.

αναμιγνύει την ντοματοσαλάτα μέχρι να εμυλικοποιηθεί.

the baker whisks the meringue to stiff peaks.

ο παγατσάρας αναμιγνύει το μεριγκού για να φτιάξει σκληρές κορυφές.

she quickly whisks the salad dressing before serving.

αναμιγνύει γρήγορα τη σαλάτα πριν από την παρασκευή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now