whores

[US]/wɔːrz/
[UK]/wɔrz/
Frequency: Very High

Translation

n. προσταγμένες; ανήθικες γυναίκες που εμπλέκονται σε σεξουαλικές σχέσεις
v. τρίτη πρόσωπο του ρήματος του whore

Phrases & Collocations

fancy whores

πολυτελείς πανούκλες

cheap whores

φθηνές πανούκλες

street whores

πανούκλες από την οδό

classy whores

καλοσυνηθισμένες πανούκλες

local whores

τοπικές πανούκλες

desperate whores

απελπισμένες πανούκλες

young whores

νέες πανούκλες

old whores

γερές πανούκλες

naughty whores

πανούκλες που παίζουν παιχνίδια

famous whores

διάσημες πανούκλες

Example Sentences

some people unfairly label women as whores.

κάποιοι άνθρωποι επιβάλλουν αντικειμενικά την ετική των προσταγμένων στις γυναίκες.

whores often face stigma in society.

οι προσταγμένοι αντιμετωπίζουν συχνά στιγμα στην κοινωνία.

many whores work in difficult conditions.

πολλοί προσταγμένοι δουλεύουν σε δύσκολες συνθήκες.

it is important to treat whores with respect.

είναι σημαντικό να αντιμετωπίζονται οι προσταγμένοι με σεβασμό.

whores may have different reasons for their profession.

οι προσταγμένοι μπορεί να έχουν διαφορετικούς λόγους για την επαγγελματική τους δραστηριότητα.

some people argue that whores deserve legal protection.

κάποιοι άνθρωποι υποστηρίζουν ότι οι προσταγμένοι αξίζουν νομική προστασία.

whores can face violence and exploitation.

οι προσταγμένοι μπορεί να αντιμετωπίζουν βία και εκμετάλλευση.

there are organizations that support the rights of whores.

υπάρχουν οργανισμοί που υποστηρίζουν τα δικαιώματα των προσταγμένων.

whores often have stories that need to be heard.

οι προσταγμένοι έχουν συχνά ιστορίες που χρειάζονται να ακουστούν.

understanding the lives of whores can promote empathy.

η κατανόηση της ζωής των προσταγμένων μπορεί να προωθήσει την ενταυτότητα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now