willing

[ΗΠΑ]/ˈwɪlɪŋ/
[ΗΒ]/ˈwɪlɪŋ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. έτοιμος και ενθουσιώδης να κάνει κάτι· που γίνεται από επιλογή ή χωρίς να ασκηθεί πίεση
v. να καθορίσει· να οδηγήσει με θέληση· να παραχωρήσει (ιδιοκτησία, κ.λπ.) σε κάποιον
Word Forms
Present Participlewilling
Pluralwillings

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

willing to help

ετοιμότητα να βοηθήσω

willing to learn

ετοιμότητα να μάθω

willing to cooperate

ετοιμότητα να συνεργαστώ

willing to listen

ετοιμότητα να ακούσω

willing to work

ετοιμότητα να εργαστώ

god willing

αν ο Θεός θέλει

a willing horse

ένα πρόθυμο άλογο

show willing

να δείξω προθυμία

Παραδείγματα Προτάσεων

willing and prompt obedience.

ευθύς και άμεση υπακοή.

not willing to chance it.

δεν ήταν διατεθειμένος να ρισκάρει.

She is a willing worker.

Είναι μια πρόθυμη εργαζόμενη.

no one was willing to disagree with him.

κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να διαφωνήσει μαζί του.

he was willing to take Sunday duties.

ήταν διατεθειμένος να αναλάβει τις εργασίες της Κυριακής.

there was no shortage of people willing to fink on their neighbours.

δεν υπήρχε έλλειψη ανθρώπων που ήταν διατεθειμένοι να καταδώσουν τους γείτονές τους.

a workforce which is willing to retrain.

ένα εργατικό δυναμικό που είναι διατεθειμένο να εκπαιδευτεί ξανά.

he was quite willing to compromise.

ήταν αρκετά διατεθειμένος να κάνει συμβιβασμούς.

She is willing, yet unable.

Είναι πρόθυμη, αλλά ανίκανη.

He's only too willing to be of service.

Είναι υπερβολικά πρόθυμος να βοηθήσει.

The spirit is willing but the flesh is weak.

Το πνεύμα είναι πρόθυμο, αλλά η σάρκα είναι αδύναμη.

Are you willing to help?

Είσαι διατεθειμένος να βοηθήσεις;

They are willing to give tongue in my defence.

Είναι διατεθειμένοι να υπερασπιστούν εμένα.

The old man is willing to pledge for him.

Ο ηλικιωμένος άντρας είναι διατεθειμένος να εγγυηθεί για αυτόν.

I am willing to help you.

Είμαι διατεθειμένος να σε βοηθήσω.

No bank would be willing to underwrite such a loss.

Καμία τράπεζα δεν θα ήταν διατεθειμένη να καλύψει μια τέτοια ζημία.

Jenkins is willing to accept his responsibility.

Ο Jenkins είναι διατεθειμένος να αναλάβει την ευθύνη του.

candidates should be willing to expatriate.

Οι υποψήφιοι πρέπει να είναι διατεθειμένοι να εργαστούν στο εξωτερικό.

people willing to work for the going rate.

Άτομα που είναι διατεθειμένα να εργαστούν με τον τρέχοντα μισθό.

people are willing, within reason, to pay for schooling.

Οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι, εντός λογικών ορίων, να πληρώσουν για σπουδές.

Παραδείγματα από τον πραγματικό κόσμο

It does for the diehard Pokeman fan willing to pay it.

Πηγή: CNN 10 Student English October 2021 Collection

The spirit is willing but the flesh is weak.

Πηγή: IELTS vocabulary example sentences

In China, they have a strong willing to learn.

Πηγή: BBC documentary "Chinese Teachers Are Coming"

" Are you willing to take the oath? " " I am willing."

Πηγή: VOA Standard English_Europe

I think they're willing to compromise, but they're not willing to capitulate.

Πηγή: VOA Standard November 2013 Collection

A) They are more willing to risk their own lives.

Πηγή: Past English Level 4 Reading Exam Papers

A willing mother and a willing father are all it requires.

Πηγή: Lean In

Only if you say Chandler's willing to give you everything I am.

Πηγή: Friends Season 6

Are people still willing to treat others with the same kindness their forefathers displayed?

Πηγή: New Century College English Comprehensive Course (2nd Edition) Volume 2

I was willing to shoot Captain Renault, and I'm willing to shoot you.

Πηγή: Casablanca Original Soundtrack

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα