winkings

[US]/ˈwɪŋkɪŋ/
[UK]/ˈwɪŋkɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. η πράξη κλεισίματος μιας μάτιας για μια στιγμή· ένα χειρισμό που γίνεται κλείνοντας και ανοίγοντας μια μάτια
v. η πράξη κλεισίματος μιας μάτιας για μια στιγμή

Phrases & Collocations

winking smile

χαμογελαστό χαμόγελο

winking eye

χαμογελαστό μάτι

winking gesture

χαμογελαστή κίνηση

winking wink

χαμογελαστό χαμόγελο

winking at

χαμογελαστό προς

winking flirt

χαμογελαστή προσέγγιση

winking fun

χαμογελαστή διασκέψη

winking playfully

χαμογελαστά παιχνίδι

winking knowingly

χαμογελαστά γνωστά

winking humor

χαμογελαστή χιούμορ

Example Sentences

she was winking at him from across the room.

εκείνη της κούναγε το μάτι προς αυτόν από την άλλη άκρη του δωματίου.

he gave her a playful wink.

της έκανε ένα αστειοκόμματο κούνισμα του ματιού.

winking can be a sign of flirtation.

το κούνισμα του ματιού μπορεί να είναι ένδειξη φιλεργικότητας.

the teacher was winking to indicate it was a joke.

ο δάσκαλος το κούναγε το μάτι για να δείξει ότι ήταν παρατράγουλο.

she walked by, winking at her friends.

περπάτησε παρέλασε και το κούναγε το μάτι προς τους φίλους της.

he winked to show he was joking.

της έκανε ένα κούνισμα του ματιού για να δείξει ότι ήταν παρατράγουλο.

the advertisement featured a cartoon character winking.

το διαφημιστικό είχε ένα χαρακτήρα από το κόμικς να κούνα το μάτι.

winking can sometimes be misunderstood.

το κούνισμα του ματιού μπορεί να κατανοηθεί λάθος κάποιες φορές.

she has a habit of winking when she's nervous.

έχει τη συνήθεια να κούνα το μάτι όταν είναι νευρική.

he winked at her to reassure her.

της έκανε ένα κούνισμα του ματιού για να την ησυχάσει.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now