winking smile
χαμογελαστό χαμόγελο
winking eye
χαμογελαστό μάτι
winking gesture
χαμογελαστή κίνηση
winking wink
χαμογελαστό χαμόγελο
winking at
χαμογελαστό προς
winking flirt
χαμογελαστή προσέγγιση
winking fun
χαμογελαστή διασκέψη
winking playfully
χαμογελαστά παιχνίδι
winking knowingly
χαμογελαστά γνωστά
winking humor
χαμογελαστή χιούμορ
she was winking at him from across the room.
εκείνη της κούναγε το μάτι προς αυτόν από την άλλη άκρη του δωματίου.
he gave her a playful wink.
της έκανε ένα αστειοκόμματο κούνισμα του ματιού.
winking can be a sign of flirtation.
το κούνισμα του ματιού μπορεί να είναι ένδειξη φιλεργικότητας.
the teacher was winking to indicate it was a joke.
ο δάσκαλος το κούναγε το μάτι για να δείξει ότι ήταν παρατράγουλο.
she walked by, winking at her friends.
περπάτησε παρέλασε και το κούναγε το μάτι προς τους φίλους της.
he winked to show he was joking.
της έκανε ένα κούνισμα του ματιού για να δείξει ότι ήταν παρατράγουλο.
the advertisement featured a cartoon character winking.
το διαφημιστικό είχε ένα χαρακτήρα από το κόμικς να κούνα το μάτι.
winking can sometimes be misunderstood.
το κούνισμα του ματιού μπορεί να κατανοηθεί λάθος κάποιες φορές.
she has a habit of winking when she's nervous.
έχει τη συνήθεια να κούνα το μάτι όταν είναι νευρική.
he winked at her to reassure her.
της έκανε ένα κούνισμα του ματιού για να την ησυχάσει.
winking smile
χαμογελαστό χαμόγελο
winking eye
χαμογελαστό μάτι
winking gesture
χαμογελαστή κίνηση
winking wink
χαμογελαστό χαμόγελο
winking at
χαμογελαστό προς
winking flirt
χαμογελαστή προσέγγιση
winking fun
χαμογελαστή διασκέψη
winking playfully
χαμογελαστά παιχνίδι
winking knowingly
χαμογελαστά γνωστά
winking humor
χαμογελαστή χιούμορ
she was winking at him from across the room.
εκείνη της κούναγε το μάτι προς αυτόν από την άλλη άκρη του δωματίου.
he gave her a playful wink.
της έκανε ένα αστειοκόμματο κούνισμα του ματιού.
winking can be a sign of flirtation.
το κούνισμα του ματιού μπορεί να είναι ένδειξη φιλεργικότητας.
the teacher was winking to indicate it was a joke.
ο δάσκαλος το κούναγε το μάτι για να δείξει ότι ήταν παρατράγουλο.
she walked by, winking at her friends.
περπάτησε παρέλασε και το κούναγε το μάτι προς τους φίλους της.
he winked to show he was joking.
της έκανε ένα κούνισμα του ματιού για να δείξει ότι ήταν παρατράγουλο.
the advertisement featured a cartoon character winking.
το διαφημιστικό είχε ένα χαρακτήρα από το κόμικς να κούνα το μάτι.
winking can sometimes be misunderstood.
το κούνισμα του ματιού μπορεί να κατανοηθεί λάθος κάποιες φορές.
she has a habit of winking when she's nervous.
έχει τη συνήθεια να κούνα το μάτι όταν είναι νευρική.
he winked at her to reassure her.
της έκανε ένα κούνισμα του ματιού για να την ησυχάσει.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now