wipes

[US]/waɪps/
[UK]/waɪps/
Frequency: Very High

Translation

n. ύφασμα ή ιδιότητα που χρησιμοποιείται για να καθαρίζει; αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για να καθαρίζουν
v. τρίτος πρόσωπος μονού του ρήματος wipe

Phrases & Collocations

baby wipes

παννούδες για βρεφική χρήση

cleaning wipes

παννούδες καθαρισμού

disinfecting wipes

πανία διατομής

wet wipes

παννούδες με νερό

makeup wipes

παννούδες για κατασκευή καλλυντικών

sanitizing wipes

απολυμαντικά πανιά

antibacterial wipes

παννούδες αντιμικροβιακές

multi-surface wipes

παννούδες πολλαπλών επιφανειών

facial wipes

παννούδες προσώπου

travel wipes

παννούδες ταξιδιού

Example Sentences

she wipes the table clean after dinner.

Εκείνη καθαρίζει το τραπέζι μετά το γεύμα.

he always carries wipes in his backpack.

Εκείνος φέρνει πάντα πανιά στο τσάντα του.

they use disinfectant wipes to clean the surfaces.

Χρησιμοποιούν αντισηπτικά πανιά για να καθαρίσουν τις επιφάνειες.

the baby wipes are very convenient for parents.

Τα πανιά για βρέφη είναι πολύ χρήσιμα για τους γονείς.

she wipes her hands with a paper towel.

Εκείνη καθαρίζει τα χέρια της με ένα χαρτοπετσίτα.

he wipes his glasses to remove smudges.

Εκείνος καθαρίζει τα γυαλιά του για να αφαιρέσει τα χαρακτηριστικά.

after painting, she wipes the brushes clean.

Μετά τη ζωγραφική, εκείνη καθαρίζει τις πινέλες.

they sell antibacterial wipes at the store.

Πουλούν αντιβακτηριακά πανιά στο κατάστημα.

she wipes away her tears with a tissue.

Εκείνη καθαρίζει τα δάκρυα της με ένα χαρτομάντιλο.

he wipes his shoes on the mat before entering.

Εκείνος καθαρίζει τα παπούτσια του στο χαλί πριν μπει.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now