withholding

[US]/wið'həuldiŋ/
[UK]/wɪθˈholdɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. κράτημα ή αφαίρεση, όπως από μισθό ή εισόδημα
Word Forms
Present Participlewithholding
Pluralwithholdings

Phrases & Collocations

tax withholding

κράτηση φόρου

information withholding

κράτηση πληροφοριών

salary withholding

κράτηση μισθού

withholding agent

υπεύθυνος για κράτηση

withholding tax

φόρος κράτησης

Example Sentences

The company is withholding information from the public.

Η εταιρεία κρατά εκτός από το κοινό πληροφορίες.

He is accused of withholding evidence in the case.

Τον κατηγορούν για την απόκρυψη στοιχείων στην υπόθεση.

Withholding payment is against company policy.

Η απόκρυψη πληρωμής είναι ενάντια στην πολιτική της εταιρείας.

She is withholding her true feelings.

Εκείνη κρατά τα πραγματικά της αισθήματα.

The government is withholding funding for the project.

Ο κρατικός προϋπολογισμός κρατά για το έργο.

They are withholding judgment until all the facts are known.

Εκείνοι κρατούν την απόφαση μέχρι να γνωρίζουν όλα τα γεγονότα.

Withholding affection can damage a relationship.

Η απόκρυψη της αγάπης μπορεί να προκαλέσει ζημιά σε μια σχέση.

He is withholding his approval until further notice.

Εκείνος κρατά την έγκρισή του μέχρι νέα ενημέρωση.

The teacher is withholding grades until the assignments are completed.

Ο δάσκαλος κρατά τις βαθμολογίες μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες.

Withholding taxes from employees' paychecks is a legal requirement.

Η αφαίρεση φόρων από τις αποδοχές των υπαλλήλων είναι νομική απαίτηση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now