woes

[US]/wəʊz/
[UK]/woʊz/
Frequency: Very High

Translation

n. πληθυσμός του woe; προβλήματα ή αντίξοες καταστάσεις

Phrases & Collocations

economic woes

οικονομικές δυσκολίες

personal woes

προσωπικές δυσκολίες

financial woes

οικονομικές δυσκολίες

family woes

οικογενειακές δυσκολίες

health woes

υγειονομικές δυσκολίες

social woes

κοινωνικές δυσκολίες

work woes

επαγγελματικές δυσκολίες

political woes

πολιτικές δυσκολίες

global woes

παγκόσμιες δυσκολίες

youth woes

δυσκολίες της νεολαίας

Example Sentences

she often shares her woes with her closest friends.

συχνά μοιράζεται τις αγχωδείς της καταστάσεις με τους πιο κοντινούς της φίλους.

the book explores the woes of modern life.

το βιβλίο εξερευνά τις αγχωδείς της σύγχρονης ζωής.

he wrote a song about his personal woes.

γράφει μια τραγούδι για τις ιδιωτικές του αγχωδείς.

many people can relate to the woes of unemployment.

πολλοί άνθρωποι μπορούν να συσχετιστούν με τις αγχωδείς της ανεργίας.

they gathered to discuss their financial woes.

συγκεντρώθηκαν για να συζητήσουν τις οικονομικές τους αγχωδείς.

her artistic expression reflects her inner woes.

η τέχνη της ανακλά τις εσωτερικές της αγχωδείς.

we all have our own woes to deal with.

όλοι έχουμε τις δικές μας αγχωδείς να αντιμετωπίσουμε.

he found solace in sharing his woes with others.

βρήκε ανακούφιση στη μοιρασιά των αγχωδείς του με άλλους.

understanding each other’s woes can strengthen relationships.

η κατανόηση των αγχωδείς του ενός προς τον άλλον μπορεί να ενισχύσει τις σχέσεις.

she turned her woes into motivation for change.

μετέτρεψε τις αγχωδείς της σε προωθητικός παράγοντα για αλλαγή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now