woodcraft

[US]/wʊdkrɑːft/
[UK]/wʊdkræft/
Frequency: Very High

Translation

n. δεξιότητες σχετικές με τη ζωή στο δάσος, όπως το σκάνδαλο και η συλλογή τροφίμων από τη φύση; τεχνικές ξεχωριστής ξυλουργίας
Word Forms

Phrases & Collocations

woodcraft skills

δεξιότητες ξυλουργίας

woodcraft tools

εργαλεία ξυλουργίας

woodcraft projects

έργα ξυλουργίας

woodcraft techniques

τεχνικές ξυλουργίας

woodcraft supplies

υλικά ξυλουργίας

woodcraft classes

μαθήματα ξυλουργίας

woodcraft designs

σχεδιασμοί ξυλουργίας

woodcraft community

κοινότητα ξυλουργίας

woodcraft enthusiasts

φιλοξενούμενοι της ξυλουργίας

woodcraft exhibition

προβολή ξυλουργίας

Example Sentences

woodcraft requires patience and skill.

Η ξυλογραφία απαιτεί υπομονή και δεξιότητα.

he learned woodcraft from his grandfather.

Εκμάθησε ξυλογραφία από τον πατέρα του.

she enjoys woodcraft as a hobby.

Απολαμβάνει την ξυλογραφία ως χобι.

woodcraft can be a rewarding profession.

Η ξυλογραφία μπορεί να είναι μια αμοιβές επαγγελματική δραστηριότητα.

they sell woodcraft items at the local market.

Πουλούν προϊόντα ξυλογραφίας στο τοπικό αγορά.

woodcraft classes are offered at the community center.

Προσφέρονται μαθήματα ξυλογραφίας στο κέντρο της κοινότητας.

he specializes in intricate woodcraft designs.

Ειδικεύεται σε πολύπλοκες σχεδιαστικές ξυλογραφίας.

woodcraft tools are essential for any carpenter.

Τα εργαλεία ξυλογραφίας είναι απαραίτητα για οποιον τεχνίτη.

her woodcraft projects always impress her friends.

Τα έργα ξυλογραφίας της προκαλούν πάντα εντύπωση στους φίλους της.

woodcraft can be both an art and a science.

Η ξυλογραφία μπορεί να είναι και τέχνη και επιστήμη.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now