wooded area
δασική περιοχή
a thickly wooded area
μια περιοχή με πυκνή χλοοτοπία
a thickly wooded declivity.
μια περιοχή με πυκνή χλοοτοπία σε κατακόρυφο τμήμα του εδάφους.
a wooded area near the highway; a heavily wooded tract.
μια περιοχή με χλοοτοπία κοντά στην αυτοκινητόδρομο; μια περιοχή με πολύ πυκνή χλοοτοπία.
On our left was a wooded hillside.
Στα αριστερά μας υπήρχε μια ξερολιβαδιστή κλίση βουνού.
lush green valleys and wooded dells.
πλούσιες πράσινες περιοχές και δασικές κοιλάδες.
picturesque villages nestle in the wooded hills.
τα χωριά με θεατική ομορφιά εγκαταστάνονται στις ξεχωριστές όρεις.
black megapode of wooded regions of Australia and New Guinea.
μεγαπόδι της Αυστραλίας και της Νέας Γουινέας που ζει σε περιοχές με χλοοτοπία.
wooded area
δασική περιοχή
a thickly wooded area
μια περιοχή με πυκνή χλοοτοπία
a thickly wooded declivity.
μια περιοχή με πυκνή χλοοτοπία σε κατακόρυφο τμήμα του εδάφους.
a wooded area near the highway; a heavily wooded tract.
μια περιοχή με χλοοτοπία κοντά στην αυτοκινητόδρομο; μια περιοχή με πολύ πυκνή χλοοτοπία.
On our left was a wooded hillside.
Στα αριστερά μας υπήρχε μια ξερολιβαδιστή κλίση βουνού.
lush green valleys and wooded dells.
πλούσιες πράσινες περιοχές και δασικές κοιλάδες.
picturesque villages nestle in the wooded hills.
τα χωριά με θεατική ομορφιά εγκαταστάνονται στις ξεχωριστές όρεις.
black megapode of wooded regions of Australia and New Guinea.
μεγαπόδι της Αυστραλίας και της Νέας Γουινέας που ζει σε περιοχές με χλοοτοπία.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now