woodsy

[US]/ˈwʊdzi/
[UK]/ˈwʊdzi/
Frequency: Very High

Translation

adj. που αναφέρεται ή έχει να κάνει με ένα δέντρο ή δέντρα; χαρακτηριζόμενο από την παρουσία δέντρων

Phrases & Collocations

woodsy retreat

φυσικό χωριό

woodsy aroma

ξυλώδης μυρωδιά

woodsy trail

ξυλώδης διαδρομή

woodsy cabin

ξυλώδης καταλύμα

woodsy landscape

ξυλώδης τοπίο

woodsy vibe

ξυλώδης ατμόσφαιρα

woodsy charm

ξυλώδης χαρμαγμός

woodsy setting

ξυλώδης περιβάλλον

woodsy decor

ξυλώδης διακόσμηση

woodsy atmosphere

ξυλώδης ατμόσφαιρα

Example Sentences

the cabin had a woodsy charm that made it feel cozy.

Η καταλυματική κατασκευή είχε ένα δασικό χαρακτήρα που την κάναγε να φαίνεται ζεστή.

we took a woodsy trail through the forest.

Πήραμε ένα δασικό μονοπάτι μέσα από το δάσος.

the woodsy aroma of pine filled the air.

Η δασική οσμή του πίνου γέμισε τον αέρα.

she loves the woodsy atmosphere of the countryside.

Αγαπά τη δασική ατμόσφαιρα της ύπαιθρου.

his woodsy style reflects his love for nature.

Το δασικό του στυλ αντικατοπτρίζει την αγάπη του για τη φύση.

they set up camp in a woodsy area near the river.

Στήριξαν την ένδειξη σε ένα δασικό περιβάλλον κοντά στο ποτάμι.

the woodsy landscape was perfect for hiking.

Η δασική τοπική περιοχή ήταν τέλεια για πεζοπορία.

we enjoyed a woodsy picnic under the tall trees.

Απόλαυσαμε ένα δασικό πικνικ υπό τα ψηλά δέντρα.

the woodsy sounds of chirping birds were soothing.

Τα δασικά ήχα των ψιλοπατεύοντων πουλιών ήταν χαλαρωτικά.

her woodsy paintings capture the beauty of nature.

Οι δασικές της πίνακες καταγράφουν την ομορφιά της φύσης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now