woozy

[US]/ˈwuː.zi/
[UK]/ˈwuː.zi/
Frequency: Very High

Translation

adj. ασθενής ή ελαφρά μεθυσμένος; αισθάνεται αδύναμος ή περιστρεφόμενος

Phrases & Collocations

woozy feeling

αισθησιακή αναστάτωση

woozy head

πονοκέφαλος

woozy state

αισθησιακή κατάσταση

woozy moment

αισθησιακή στιγμή

woozy spell

αισθησιακή περίοδος

woozy sensation

αισθησιακή αίσθηση

feeling woozy

να αισθάνεσαι αισθησιακός

getting woozy

να γίνεσαι αισθησιακός

woozy dizziness

αισθησιακή προσβολή

woozy eyes

αισθησιακά μάτια

Example Sentences

after spinning around, i felt a bit woozy.

μετά από μια περιστροφή, νόμισα πως θα έχω μια αίσθηση παράξενου.

the medication made her feel woozy.

το φάρμακο της έκανε να νοιάζεται.

he stood up too quickly and got woozy.

έσταθε πολύ γρήγορα και ένιωσε παράξενο.

she had a woozy feeling after the roller coaster ride.

ένιωσε παράξενο μετά την πολυτροχική οδηγία.

the heat made him feel woozy during the hike.

η θερμότητα της περιπάτησης τον έκανε να νοιάζεται.

after the long meeting, i felt a little woozy.

μετά τη μακρά συνάντηση, νόμισα πως θα έχω μια μικρή αίσθηση παράξενου.

too much sugar can make you feel woozy.

πολύ ζάχαρη μπορεί να σας κάνει να νοιάζεστε.

the dizzying heights left her feeling woozy.

τα αναπνευστικά ύψη της άφησαν να νοιάζεται.

he tried to shake off the woozy sensation.

προσπάθησε να απαλείψει την αίσθηση παράξενου.

she took a deep breath to avoid feeling woozy.

έκανε μια βαθιά αναπνοή για να αποφύγει την αίσθηση παράξενου.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now