worn-out

[US]/wɔːnˈaʊt/
[UK]/wɔrnˈaʊt/

Translation

adj. που δεν είναι πλέον χρήσιμο ή φορέσιμο λόγω ζημιάς ή ηλικίας; που έχει υποστεί ζημιά ή είναι φθαρμένο από τη χρήση; κουρασμένο ή πολύ κουρασμένο

Phrases & Collocations

worn-out shoes

φθαρμένα ρούχα

worn-out clothes

φθαρμένα ρούχα

feeling worn-out

να αισθάνεσαι κόπο

worn-out story

φθαρμένη ιστορία

worn-out equipment

φθαρμένο εξοπλισμός

worn-out look

φθαρμένο εμφάνιση

worn-out condition

φθαρμένη κατάσταση

Example Sentences

my worn-out shoes need to be replaced.

τα φθαρμένα μου παπατσούκια χρειάζονται αντικατάσταση.

he felt worn-out after the long hike.

νιώθει φθαρμένος μετά τη μακριά περπάτηση.

the worn-out furniture was donated to charity.

τα φθαρμένα καθίσματα δωρέτον δωρεάσαν στη φιλανθροπία.

she had a worn-out look on her face.

είχε ένα φθαρμένο ύφος στο πρόσωπό της.

the worn-out engine finally gave out.

το φθαρμένο κινητήρας τελικά κατέλευσε.

he's a worn-out performer, relying on old jokes.

είναι ένας φθαρμένος ερμηνευτής, που εξαρτάται από παλιά παραπονιέματα.

the worn-out path led to the river.

το φθαρμένο μονοπάτι οδηγούσε στον ποταμό.

they found a worn-out teddy bear in the attic.

βρήκαν ένα φθαρμένο μπούκα στη σοφίτα.

the worn-out carpet was covered in stains.

το φθαρμένο χαλί ήταν καλυμμένο με μπλετιές.

after years of use, the worn-out tools were discarded.

μετά από χρόνια χρήσης, τα φθαρμένα εργαλεία απορρίφθηκαν.

the worn-out raincoat kept him dry during the storm.

το φθαρμένο παντελόνι το κράτησε ξερό κατά τη βροχή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now