worshiping

[US]/ˈwɜːʃəpɪŋ/
[UK]/ˈwɜrʃəpɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. η πράξη της ανάδειξης της τιμής και της προσκυνήσεως προς ένα θεό; να εκτελεί θρησκευτικές λειτουργίες ή προσκυνήσεις; να έχει ισχυρή αγάπη ή εκτίμηση για κάτι

Phrases & Collocations

worshiping idols

λατρεία ειδωλοθυσίας

worshiping nature

λατρεία φύσης

worshiping deities

λατρεία θεών

worshiping ancestors

λατρεία προγόνων

worshiping gods

λατρεία θεών

worshiping spirits

λατρεία πνευμάτων

worshiping the sun

λατρεία του ήλιου

worshiping the moon

λατρεία της σελήνης

worshiping truth

λατρεία της αληθείας

worshiping love

λατρεία της αγάπης

Example Sentences

many cultures have traditions of worshiping their ancestors.

Πολλές πολιτισμοί έχουν παραδόσεις να προσκυνούν τους προγόνους τους.

worshiping nature can help us appreciate the environment.

Η προσκύνηση της φύσης μπορεί να μας βοηθήσει να αποκτήσουμε εκτίμηση για το περιβάλλον.

they found joy in worshiping together as a community.

Βρήκαν χαρά να προσκυνούν μαζί ως μια κοινότητα.

worshiping in silence can be a powerful experience.

Η προσκύνηση σε σιγή μπορεί να είναι μια ισχυρή εμπειρία.

she dedicated her life to worshiping the divine.

Αφιέρωσε τη ζωή της στην προσκύνηση του θείου.

worshiping through music can uplift the spirit.

Η προσκύνηση μέσω της μουσικής μπορεί να αναδιπλώσει το πνεύμα.

he found peace in worshiping at the temple.

Βρήκε ειρήνη προσκυνώντας στο ναό.

worshiping icons is common in some religions.

Η προσκύνηση εικόνων είναι κοινή σε κάποιες θρησκείες.

they believe that worshiping together strengthens their faith.

Πιστεύουν ότι η προσκύνηση μαζί τους ενισχύει την πίστη τους.

worshiping with gratitude can bring inner peace.

Η προσκύνηση με ευγνωμοσύνη μπορεί να φέρει εσωτερική ειρήνη.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now