woundings

[US]/'wu:ndiŋ/
Frequency: Very High

Translation

adj. προκαλούσα συναισθηματικό τραύμα
n. τραύμα
v. προκαλεί ζημιά; επιβάλλει τραύμα.

Phrases & Collocations

inflicting wounds

προκαλεί τραύματα

Example Sentences

charges of wounding with intent.

κατηγορίες για τραυματισμό με πρόθεση.

The wounding words left her feeling hurt and betrayed.

Οι παρατηρήσεις που την τραυμάτισαν την έαφησαν να νιώθει παραγεμμένη και παραπλανημένη.

The wounding effects of the accident were visible on his body.

Τα τραυματικά αποτελέσματα του δυστυχήματος ήταν ορατά στο σώμα του.

She couldn't bear the wounding criticism from her boss.

Δεν μπόρεσε να αντέξει την τραυματική κριτική από τον επιβάτη της.

The wounding memories of the past haunted him for years.

Οι τραυματικές αναμνήσεις του παρελθόντος τον επισκέπτονταν για χρόνια.

His wounding remarks caused a rift in their friendship.

Οι τραυματικές παρατηρήσεις του προκάλεσαν μια διαχωριστική γραμμή στη φιλία τους.

The wounding truth finally came to light during the investigation.

Η τραυματική αλήθεια φάνηκε τελικά κατά τη διάρκεια της έρευνας.

The wounding impact of the breakup was felt by both of them.

Η τραυματική επίδραση της διαζυγιού την αισθάνθηκαν και οι δύο.

She tried to hide the wounding scars on her arms with long sleeves.

Προσπάθησε να κρύψει τις τραυματικές ουλές στα χέρια της με μακριά μανίκια.

His wounding actions led to a loss of trust among his colleagues.

Οι τραυματικές πράξεις του οδήγησαν σε απώλεια εμπιστοσύνης μεταξύ των συναδέλφων του.

The wounding loss of her pet left her heartbroken.

Η τραυματική απώλεια του προσυμπάθους της την έαφησε να νιώθει καρδιοκοπή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now