wove

[US]/wəʊv/
[UK]/woʊv/
Frequency: Very High

Translation

v. παρατακτική της λειτουργίας του πλέκοντας
adj. (του χαρτιού) με μοτίβο όπως το ύφασμα

Phrases & Collocations

wove a tale

πλέκοντας μια ιστορία

wove together

πλέκοντας μαζί

wove a pattern

πλέκοντας ένα μοτίβο

wove a web

πλέκοντας ένα δίκτυο

wove dreams

πλέκοντας όνειρα

wove magic

πλέκοντας μαγικό

wove history

πλέκοντας ιστορία

wove stories

πλέκοντας ιστορίες

wove memories

πλέκοντας συμβολικές αναμνήσεις

wove connections

πλέκοντας συνδέσεις

Example Sentences

she wove a beautiful tapestry for the exhibition.

έψαρε μια όμορφη ράψιμο για την παρουσίαση.

the author wove intricate plots into her novel.

η συγγραφέας έψαρε πολύπλοκες πλοκές στο βιβλίο της.

he wove stories of adventure during the campfire.

έψαρε ιστορίες εξερευνήσεων κατά τη διάρκεια της φωτιάς του στρατοπέδου.

they wove together different cultures in their music.

έψαρε από κοινού διαφορετικές πολιτισμούς στη μουσική τους.

the artist wove colors seamlessly into her painting.

η τέχνη έψαρε χρώματα χωρίς συνέχεια στην εικόνα της.

she wove a narrative that captivated the audience.

έψαρε μια συνθήκη που έκανε το κοινό να απασχοληθεί.

he wove a basket from natural materials.

έψαρε μια καλάμια από φυσικά υλικά.

the fabric wove together threads of different colors.

το ύφασμα έψαρε μαζί τριχών διαφορετικών χρωμάτων.

they wove their experiences into a compelling story.

έψαρε τις εμπειρίες τους σε μια πειστική ιστορία.

the designer wove traditional patterns into modern fashion.

ο σχεδιαστής έψαρε παραδοσιακά μοτίβα στη σύγχρονη μόδα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now