wristlet

[US]/ˈrɪs.tlɪt/
[UK]/ˈrɪs.tlɪt/
Frequency: Very High

Translation

n. ένα μικρό ζωνάρι ή τσάντα που φοράται στον καρπό· ένα είδος ζωναριού ή περσίδας.
Word Forms
Pluralwristlets

Phrases & Collocations

wristlet bag

τσάντα με χειροπιεστήρα

wristlet wallet

πορτοφόλι με χειροπιεστήρα

wristlet strap

λουρίδα με χειροπιεστήρα

wristlet clutch

κλατς με χειροπιεστήρα

wristlet keychain

κλειδαριά με χειροπιεστήρα

wristlet purse

τσάντα με χειροπιεστήρα

wristlet case

περίβλημα με χειροπιεστήρα

wristlet organizer

οργανωτής με χειροπιεστήρα

wristlet holder

κρατητής με χειροπιεστήρα

wristlet design

σχεδιασμός με χειροπιεστήρα

Example Sentences

i bought a stylish wristlet for the party.

Αγόρασα ένα χαριτωμένο χειροποιημένο για την πάρτι.

she keeps her phone in her wristlet while shopping.

Η διατηρεί το τηλέφωνό της στο χειροποιημένο της ενώ κάνει αγορές.

a wristlet is perfect for a night out.

Ένα χειροποιημένο είναι τέλειο για μια νύχτα έξω.

he received a wristlet as a birthday gift.

Έλαβε ένα χειροποιημένο ως δώρο για τα γενέθλια του.

my wristlet has a cute design and is very functional.

Το χειροποιημένο μου έχει ένα χαριτωμένο σχέδιο και είναι πολύ λειτουργικό.

she prefers a wristlet over a traditional handbag.

Προτιμά ένα χειροποιημένο αντί για ένα παραδοσιακό τσάντα.

don't forget to take your wristlet when you leave.

Να μην ξεχάσεις να πάρεις το χειροποιημένο σου όταν φύγεις.

he attached a strap to his wristlet for convenience.

Προσάρτησε μια ταινία στο χειροποιημένο του για άνεση.

her wristlet matched perfectly with her outfit.

Το χειροποιημένο της ταίριαζε τέλεια με το σύντροφο της.

i always carry my essentials in my wristlet.

Πάντα φέρνω τα απαραίτητα μου στο χειροποιημένο μου.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now