yokel

[US]/'jəʊk(ə)l/
[UK]/ˈjokəl/
Frequency: Very High

Translation

n. χωριοτάκης, αγροτικός πολίτης
Word Forms
Pluralyokels

Example Sentences

a common,ordinary yokel

ένας συνηθισμένος, απλός χωρικός

He's just a yokel from the countryside.

Είναι απλώς ένας αγρότης από την ύπαιθρο.

Don't be such a yokel, try to blend in with the city folks.

Μην είσαι τόσο αγρότης, προσπάθησε να περιέλθεις με τους πόλεμους.

The yokel was easily impressed by the big city lights.

Ο αγρότης εντυπωσιάστηκε εύκολα από τα φώτα της πόλης.

She found the yokel's simplicity charming.

Η απλότητα του αγρότη της έβρισκε χαριτωμένη.

The yokel was amazed by the skyscrapers in the city.

Ο αγρότης έπαθε έκπληξη από τα ψηλά κτίρια στην πόλη.

The yokel was unfamiliar with the customs of the urban area.

Ο αγρότης δεν ήταν καθόλου εξοικειωμένος με τις παραδόσεις της πόλης.

The yokel's accent gave away his rural origins.

Η προφορά του αγρότη έδειχνε τις ριζοσπαστικές του προελεύσεις.

The yokel was in awe of the bustling city life.

Ο αγρότης ήταν σε θαυμάζοντας την πολυσύχναστη ζωή της πόλης.

Despite being a yokel, he quickly adapted to city living.

Παρά το γεγονός ότι ήταν αγρότης, προσαρμόστηκε γρήγορα στην ζωή στην πόλη.

The yokel's naivety was endearing to the city dwellers.

Η αγνοία του αγρότη ήταν ευχαριστική για τους κατοικούντες στην πόλη.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now