zoomings

[US]/ˈzuːmɪŋ/
[UK]/ˈzuːmɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. να αυξάνεται έντονα; να ανέρχεται
n. συσσωρευμένη κινητική ενέργεια; γραφική μεγέθυνση, αναλογικός στόχος
adj. γρήγορα αναβαδικός

Phrases & Collocations

zooming in

μεγέθυνση εισόδου

zooming out

μεγέθυνση εξόδου

zooming past

μεγέθυνση πέρα από

zooming around

μεγέθυνση γύρω από

zooming through

μεγέθυνση δια μέσου

zooming ahead

μεγέθυνση προς τα εμπρός

zooming back

μεγέθυνση πίσω

zooming forward

μεγέθυνση προς τα εμπρός

zooming by

μεγέθυνση παρέλευσης

zooming along

μεγέθυνση συνεχόμενη

Example Sentences

the camera is zooming in on the subject.

Η κάμερα εστιάζει στο αντικείμενο.

she was zooming past us on her bike.

Εκείνη πετούσε παραπέρα από εμάς με το ποδήλατό της.

the car was zooming down the highway.

Το αυτοκίνητο έκανε μια γρήγορη διαδρομή στην αυτοκινητόδρομο.

he loves zooming in on the details of his artwork.

Αγαπά να εστιάζει στις λεπτομέρειες της τέχνης του.

we could hear the sound of zooming planes overhead.

Μπορούσαμε να ακούσουμε τον θόρυβο των αεροσκαφών πάνω από εμάς.

the children were zooming around the playground.

Τα παιδιά τρέχονταν γύρω από το παιχνίδι.

she captured the moment by zooming in on the sunset.

Εκείνη κατέγραψε τη στιγμή εστιάζοντας στο ηλιοκέντρωμα.

the video showed a zooming effect during the action scene.

Η βίντεο έδειχνε ένα αποτέλεσμα εστίασης κατά τη σκηνή δράσης.

he was zooming through his homework to finish early.

Εκείνος έκανε γρήγορα τις εργασίες του για να τελειώσει νωρίς.

the drone was zooming high above the city.

Το δρόνε πετούσε ψηλά πάνω από την πόλη.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now